IKEA Heroes

Ο χαρακτήρας των παιδιών διαμορφώνεται μέσα από το περιβάλλον τους. Στην IKEA, φροντίζουμε να το κάνουμε καλύτερο,
βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους.

Tι χαρακτήρας είναι ο δικός σου μικρός ήρωας; Διαλέξτε μαζί
ένα από τα παιχνίδια ΙΚΕΑ και ανακαλύψτε τον μέσα από ένα παραμύθι με πρωταγωνιστή το παιδάκι σας!

Καλή ανάγνωση!

Γράψτε το όνομα του παιδιού και διαλέξτε μαζί του παιχνίδι.
Kάθε παιχνίδι κρύβει και μια μοναδική ιστορία!
Μπορείτε να επιλέξετε διαφορετικά παιχνίδια για να ανακαλύψετε όλες τις ιστορίες!
Συμπληρώστε
το όνομα του παιδιού.
Ρομαντικός!
Πόση αγάπη μπορεί να δώσει ένα παιδί; Απεριόριστη,
όσο και αληθινή! Ο μικρός σου θα μοιράζει την αγάπη του απλόχερα και το μεγαλύτερο κομμάτι της καρδιάς του
θα ανήκει σε σένα!
Εφευρετικός!
Βλέπει τον κόσμο με τη δικιά του ματιά και βρίσκει τρόπους να τον κάνει καλύτερο.
Δεν ξέρεις ποτέ τι είναι ικανός
να κάνει, αλλά σίγουρα θα γίνει ένας μεγάλος εφευρέτης που
θα αφήσει το στίγμα του! 
Θαρραλέος!
Μπορεί να είναι μικρός αλλά τίποτα δεν τον φοβίζει!
Θα τα βάλει με δράκους
και τέρατα και πάντα
θα είναι ο δικός σου
μοναδικός ήρωας!
Δημιουργικός!
Ένας μικρός καλλιτέχνης!
Θα τον βρίσκεις ανάμεσα από χρώματα, μπογιές και μπλοκ ζωγραφικής! Το σπίτι θα είναι γεμάτο με δικούς του πίνακες και η έμπνευσή του… εσύ!
Διανοούμενος!
Είναι σίγουρο πως θα σε διορθώνει. Το «Μαμά, το ήξερες ότι...;», θα το ακούς συχνά, ενώ νιώθεις περηφάνεια, βλέποντάς τον να διαπρέπει!
Δραστήριος!
Μια ζωή, όλο ζωή! Ίσως θα είναι αρκετά συχνά απασχολημένος, τρέχοντας, παίζοντας, γελώντας, αλλά μην ανησυχείς! Πάντα θα έχει το χρόνο για μια αγκαλιά! Όση ενέργεια χρειάζεσαι!
Ονειροπόλος!
Ο μικρός πρίγκιπας του δικού σου κόσμου. Γεμάτος όνειρα
και αισιοδοξία θα σου ομορφαίνει τη μέρα! Μάλλον θα σου μάθει τη θέση των αστεριών και θα σε εκπλήσσει με την επιθυμία του να αγγίξει το φεγγάρι!
Αστείος!
Αχ, αυτή η φατσούλα!
Ένα χαμόγελο και διάθεση για πλάκα και σκανταλιά τον κάνουν να ξεχωρίζει. Θα σου χαρίζει το γέλιο καθημερινά, ενώ θα σε κάνει να ξεχνάς αμέσως κάθε πικρή σκέψη!
Η ψυχή της παρέας.
Γενναιόδωρος!
Χάρισμά του το να χαρίζει! Σίγουρα θα μοιράζεται και θα δίνει απλόχερα τα πράγματά του και την αγάπη του. Όλοι θα τον αγαπούν για τη γενναιοδωρία του και την καλή του καρδιά.
Ρομαντική!
Πόση αγάπη μπορεί να δώσει ένα παιδί; Απεριόριστη,
όσο και αληθινή! Η μικρή σου θα μοιράζει την αγάπη της απλόχερα και το μεγαλύτερο κομμάτι της καρδιάς της
θα ανήκει σε σένα!
Εφευρετική!
Βλέπει τον κόσμο με τη δικιά της ματιά και βρίσκει τρόπους να τον κάνει καλύτερο.
Δεν ξέρεις ποτέ τι είναι ικανή
να κάνει, αλλά σίγουρα θα γίνει μια μεγάλη εφευρέτης που
θα αφήσει το στίγμα της! 
Θαρραλέα!
Μπορεί να είναι μικρή αλλά τίποτα δεν τη φοβίζει!
Θα τα βάλει με δράκους
και τέρατα και πάντα
θα είναι η δική σου
μοναδική ηρωίδα!
Δημιουργική!
Μια μικρή καλλιτέχνης!
Θα την βρίσκεις ανάμεσα από χρώματα, μπογιές και μπλοκ ζωγραφικής! Το σπίτι θα είναι γεμάτο με δικούς της πίνακες και η έμπνευσή της… εσύ!
Διανοούμενη!
Είναι σίγουρο πως θα σε διορθώνει. Το «Μαμά, το ήξερες ότι…;», θα το ακούς συχνά, ενώ νιώθεις περηφάνεια, βλέποντάς τη να διαπρέπει!
Δραστήρια!
Μια ζωή, όλο ζωή! Ίσως θα είναι αρκετά συχνά απασχολημένη, τρέχοντας, παίζοντας, γελώντας, αλλά μην ανησυχείς! Πάντα θα έχει το χρόνο για μια αγκαλιά! Όση ενέργεια χρειάζεσαι!
Ονειροπόλα!
Η μικρή πριγκίπισσα του δικού σου κόσμου. Γεμάτη όνειρα
και αισιοδοξία θα σου ομορφαίνει τη μέρα! Μάλλον
θα σου μάθει τη θέση των αστεριών και θα σε εκπλήσσει με την επιθυμία της να αγγίξει το φεγγάρι!
Αστεία!
Αχ, αυτή η φατσούλα!
Ένα χαμόγελο και διάθεση για πλάκα και σκανταλιά την κάνουν να ξεχωρίζει. Θα σου χαρίζει το γέλιο καθημερινά, ενώ θα σε κάνει να ξεχνάς αμέσως κάθε πικρή σκέψη!
Η ψυχή της παρέας.
Γενναιόδωρη!
Χάρισμά της το να χαρίζει! Σίγουρα θα μοιράζεται και θα δίνει απλόχερα τα πράγματά της και την αγάπη της. Όλοι θα την αγαπούν για τη γενναιοδωρία της και την καλή της καρδιά.
Διαβάστε το παραμύθι
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα ρομαντικό παιδάκι, ο . Είχε ένα μεγάλο χαμόγελο, ενώ η αγκαλιά του χωρούσε όλη την αγάπη του κόσμου. Όχι μόνο του κόσμου που ζούσε αλλά και άλλων, σε άλλους πλανήτες. Όταν έπεφτε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί, τα όνειρά του ήταν πολύ-πολύ γλυκά, σαν καραμέλες. Ονειρευόταν πως φροντίζει τους φίλους του και πως δε θέλει κανείς να είναι λυπημένος. Αλλά αυτό που γέμιζε με τρούφα τα όνειρά του, ήταν η αγαπημένη του κόκκινη καρδούλα. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Ακόμα, είχαν βρει ένα μυστικό τραγούδι. Όταν γινόταν κάτι που έφερνε ένα μικρό συννεφάκι με βροχή στα μάτια του, τότε λέγανε τα λόγια και έβγαινε ο ήλιος πάλι. Πολύ γρήγορα.
Μια μέρα, επισκέφθηκε το κάστρο του η καλύτερή του φίλη. Ένα κοριτσάκι με μακριά μαλλιά και μεγάλα μάτια, που καμιά φορά, έβλεπε στον ύπνο του πως της χάριζε ένα λουλούδι! Του είχε υποσχεθεί πως θα πήγαινε να παίξουν και να ζωγραφίσουν. Έτσι, άδειασαν το καλάθι με τα παιχνίδια και τα μοιράστηκαν. Ο καθένας πήρε αυτό που ήθελε και η περιπέτεια ξεκίνησε! Μετά από πολλή ώρα, σταμάτησαν το παιχνίδι και τακτοποίησαν το δωμάτιο. Έκατσαν στο τραπεζάκι τους και άρχισαν να ζωγραφίζουν.
Έκαναν γκριμάτσες και έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό, ώσπου το σπίτι έγινε λούνα παρκ και γέμισε χρώμα από τα δυνατά τους γέλια. Εκεί, όμως, που σκάρωναν να κάνουν μια σκανταλιά, συνέβη κάτι που έφερε εκείνο το συννεφάκι βροχής στα μάτια της φίλης του. Η φίλη του χτύπησε το χεράκι της και ο άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει για να διώξει το σύννεφο!
Τότε, ήταν που του ήρθε μια ιδέα!
Άρχισε να τραγουδάει εκείνο το τραγουδάκι, με εκείνα τα λόγια που το κάνουν και φεύγει. Καθώς, λοιπόν, ο έλεγε με ρυθμό: «Τα ζαχαρωτά που τρώω μοιάζουν με σύννεφο. Και έτσι, τρώω αυτό το συννεφάκι και βάζω τα μπρατσάκια μου να κολυμπήσω στη βροχή του! Και αυτό εξαφανίζεται...», ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στο πρόσωπο της φίλης του.
Για να την κάνει, όμως, για πάντα χαρούμενη και να μην ξανά έρθει ποτέ το συννεφάκι, εκείνος της χάρισε την αγαπημένη κόκκινη καρδούλα του!
Ο από τότε, ήταν πολύ χαρούμενος, γιατί ήξερε πως μπορεί να κάνει τους άλλους να ταξιδεύουν στη χώρα της Χαράς, χάρη στα λόγια και στις πράξεις του. Και είναι πάντα τόσο γλυκός, όσο τα όνειρά του. Τόσο ρομαντικός, όσο στα όνειρά μας!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα εφευρετικό παιδάκι, ο . Ήταν ένα πολύ έξυπνο αγοράκι, που πάντα σκεφτόταν κάτι. Αυτό που σκεφτόταν ήταν πώς μπορεί να κάνει τη ζωή γύρω του πιο εύκολη. Και ένας ήταν ο τρόπος. Να βρίσκει, ή τώρα που το ξανασκέφτομαι να εφευρίσκει, κάθε φορά τον τρόπο που θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα που συναντούσε. Ποτέ του δε χαλούσε τίποτα. Μόνο έφτιαχνε. Τα παιχνίδια του τα πρόσεχε, και αν κάτι χαλούσε, το επιδιόρθωνε μόνος του. Για αυτό, δεν αποχωριζόταν ποτέ το βαλιτσάκι με τα εργαλεία του. Όπου και αν πήγαινε, αυτό ήταν μαζί του διαρκώς. Δεν ήξερε ποτέ, πότε θα χρειαστεί να εφεύρει κάτι.
Ένα απόγευμα, μπήκε στο εργαστήριο ο καλύτερός του φίλος που συνήθιζαν να παίζουν παρέα και να ανακαλύπτουν τον κόσμο. Είχε έρθει σπίτι του να βρουν τι είναι αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν καλύτερο. Έτσι, ξεκίνησαν να ψάχνουν και γύριζαν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ξαφνικά έξω έπιασε βροχή και μαζί έφτιαξαν ένα κρησφύγετο από κουβέρτες στο δωμάτιο.
Εκεί έφτιαξαν, επίσης, ένα πολύ ωραίο πάρκο με τα αγαπημένα τους παιχνιδάκια και δίπλα έβαλαν τη συλλογή τους με τα πιο σπάνια εργαλεία του κόσμου. Ευτυχώς, πριν τη βροχή, πρόλαβαν και μάζεψαν σε ένα μεγάλο κουτί διάφορα εξαρτήματα και κομμάτια από παλιά παιχνίδια, που ανακάλυψαν κάτω από τον καναπέ ή το κρεβάτι. Αυτά θα τα χρησιμοποιούσαν για τη μεγάλη μέρα! Που είχε πια φτάσει.
Έβγαλαν τα χαρτιά τους και άρχισε να λέει ο καθένας τι είχε σκεφτεί. Ο ρώτησε τον φίλο και βοηθό του: «Τι θα έκανε τη μαμά πολύ χαρούμενη;», αυτός κούνησε το κεφάλι του και σκεφτόταν έναν τρόπο. Τότε, ο χαμογέλασε και είπε: «Το βρήκα!». Άνοιξε το βαλιτσάκι του, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, και άρχισε να επιλέγει τα εργαλεία που θα χρειαζόταν. Πήγε στο σαλόνι, έκανε κάποιες κινήσεις, πήγαινε πάνω κάτω και τελικά τα κατάφερε! Η μαμά βλέποντας τα αγαπημένα αρκουδάκια, τις καλύτερες εφευρέσεις, που σε κάνουν χαρούμενο, και όλα τα παιχνίδια του μαζεμένα σε ένα καλαθάκι, έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Από εκείνη τη μέρα, ο ένιωθε πως η μαμά θα είναι χαρούμενη γιατί δε θα κουραστεί ποτέ ξανά μαζεύοντας τα πράγματά του, ενώ η μαμά ήταν ευχαριστημένη γιατί ο έμαθε να τακτοποιεί τα παιχνίδια του!
Από τότε ο δε σταμάτησε να βρίσκει τρόπους να κάνει τον κόσμο διαφορετικό μέσα από τα δικά του μάτια. Σκέφτεται λύσεις και εκείνος γίνεται αμέσως πιο όμορφος. Ακόμα και με μικρά πράγματα!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα θαρραλέο παιδάκι, ο . Ήταν πολύ ήσυχος, συνήθως, και του άρεσε να προστατεύει την αδερφή του. Την αγαπούσε πολύ και ένιωθε ότι είναι ο μόνος που ξέρει πώς να την προστατεύσει. Παίζανε μαζί, κάνανε ποδήλατο και τραγουδούσαν. Όταν έφτιαχναν ανθρωπάκια με πλαστελίνη, εκείνος της έλεγε πόσο ωραία σχέδια έκανε και εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά! Η μαμά ήταν πολύ χαρούμενη που έβλεπε τα αδερφάκια τόσο αγαπημένα. Ήξερε πως ό,τι και αν συμβεί, τα αδερφάκια θα ήταν πάντα αγαπημένα!
Το μόνο που φοβόταν ο θαρραλέος ήταν το σκοτάδι. Ένα βράδυ, τα αδερφάκια έπαιζαν στο δωμάτιο και η μαμά με τον μπαμπά κάθονταν στο σαλόνι. Τα δυο τους έπαιζαν με τα αγαπημένα τους παιχνίδια και οι γονείς σχεδίαζαν την Κυριακάτικη εκδρομή με το αυτοκίνητο. Ο είχε φτιάξει το δικό του κάστρο και ήταν ο πιο γενναίος ιππότης, ενώ η αδερφή του έπαιζε με την αγαπημένη της κούκλα, με το κόκκινο φόρεμα και τις πλεξούδες στα μαλλιά.
Μόνο που της έλειπε το ένα παπουτσάκι. Μάλλον κάπου είχε πέσει και είχε χαθεί. Έτσι, αποφάσισαν να ψάξουν να το βρουν. Χωρίστηκαν και αποφάσισαν σε ποια δωμάτια θα ψάξει ο καθένας. Η μικρούλα θα έψαχνε στο σαλόνι και ο στα υπνοδωμάτια, το δικό του και των γονιών τους. Έδωσαν ραντεβού να συναντηθούν στο διάδρομο. Ο ήταν αποφασισμένος να βρει το παπουτσάκι της κούκλας.
Ήθελε να κάνει την αδερφή του χαρούμενη και θα έκανε τα πάντα! Έψαξε στο δωμάτιό του αλλά δε βρήκε τίποτα. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι, άδειασε τα καλάθια με τα παιχνίδια του, όμως, τίποτα. Δεν ήταν πουθενά. Ακόμα, κοίταξε και μες στην ντουλάπα, χωρίς αποτέλεσμα. Πηγαίνοντας στο δωμάτιο των γονιών τους, όμως, σταμάτησε.
Το φως ήταν σβησμένο και αυτός ήταν πολύ μικρούλης ακόμα για να φτάσει το διακόπτη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Φοβόταν το σκοτάδι και δεν ήθελε να μπει στο σκοτεινό δωμάτιο. Όμως, πήρε δύναμη και μπήκε. Στην αρχή, δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Κοίταζε γύρω γύρω με μεγάλη απορία για το τι θα συναντήσει. Ανησυχούσε. Κάποια στιγμή, νόμιζε πως είδε κάτι που έμοιαζε με ένα πολύ μεγάλο έντομο και λίγο μετά άκουσε ένα θόρυβο σαν κάποιος να σφυρίζει.
Σκέφτηκε να φύγει αλλά η σκέψη της αδερφής του τού έδωσε δύναμη! Το φως από το διάδρομο ήταν αρκετό για να καταλάβει πως το μεγάλο έντομο ήταν η κουρτίνα που κουνήθηκε και το σφύριγμα ήταν ο αέρας από το παράθυρο. Αρκετό, όμως, και για να βρει το παπουτσάκι της κούκλας! Το πήρε και έτρεξε να το δώσει στην αδερφή του. Εκείνη χάρηκε τόσο και του έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά.
Η μαμά είδε ότι ο ξεπέρασε το φόβο του για χάρη της αδερφής του και του πήρε δώρο ένα λούτρινο δράκο. Του τον έδωσε και του είπε: «Αυτός ο δράκος να σου θυμίζει πως είσαι πιο δυνατός από τον καθένα και μπορείς να νικήσεις όλους σου τους φόβους, όπως το σκοτάδι. Σε αγαπώ!».
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα δημιουργικό παιδάκι, ο . Ξεχώριζε από τα άλλα παιδάκια γιατί είχε συνέχεια μια ιδέα. Ποιο παιχνίδι θα παίξει, ποιο τραγουδάκι θα πει, τι χειροτεχνία ή ποιο πείραμα θα κάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα τι θα ζωγραφίσει. Θα έλεγες πως είχε ένα ταλέντο στη ζωγραφική από πολύ μικρούλης. Πάντα έβαζε τη δική του πινελιά σε ό,τι και αν έκανε. Ήταν φανερό πως έβλεπε τον κόσμο με τη δική του ματιά. Και στον κόσμο του βασίλευε η Τέχνη!
Ό,τι έβλεπε ήθελε να το αποτυπώνει στο χαρτί ή και ακόμα να κάνει τα δικά του σχέδια! Δίπλα του είχε πάντα μπογιές και ένα λευκό χαρτί για να φτιάχνει τους «πίνακές» του! Μάλιστα, είχε κάνει τόσους πολλούς που δεν χωρούσαν σε μόνο ένα φάκελο και όσους περισσότερους έφτιαχνε, τόσο πιο καλός γινόταν! Η μεγαλύτερη έμπνευση και χαρά του, όμως, ήταν να φτιάχνει ζωγραφιές για τα πρόσωπα που αγαπά!
Ένα όμορφο και ηλιόλουστο πρωινό, ο και η μαμά του πήγαν μια μεγάλη βόλτα. Ξύπνησαν, έφαγαν πρωινό παρέα και ετοιμάστηκαν για περπάτημα. Περπάτησαν μέχρι την παιδική χαρά και εκεί έκατσαν αρκετή ώρα. Έκαναν κούνια και τσουλήθρα. Και όλο γελούσαν. Αφού o γνωρίστηκε με άλλα παιδάκια και έκαναν τραμπάλα για πολλή ώρα, μετά συνέχισαν τη βόλτα με τη μαμά. Ο ήλιος τους κρατούσε συντροφιά σε όλη τη διαδρομή και τους χαμογελούσε από ψηλά. Ήταν εκεί ακόμα και όταν πήγαν να πάρουν φρέσκα φρούτα και λαχανικά από το μανάβη. Ο κύριος Νίκος του είπε: «Ωραία μέρα για βόλτα!» και του τσίμπησε το μάγουλο.
Μόλις τέλειωσαν με τα φρούτα και τα λαχανικά, πήγαν και στο φούρνο να πάρουν ζεστό ψωμάκι. Η κυρία Ελένη του έδωσε το ψωμάκι και του είπε: «Ορίστε το ψωμάκι σου. Ζεστό σαν αυτήν τη ζεστή μέρα με τον λαμπερό ήλιο!». Χαιρέτισαν με τη μαμά του την κυρία Ελένη και πήγαν στο σπίτι. Όμως, ο καιρός ξαφνικά χάλασε και ο ήλιος κρύφτηκε. Πριν προλάβει η μαμά να πει: «Πω, πω! Πού πήγε ο καλός μας ήλιος;» είχε ήδη αρχίσει να βρέχει. Τότε, ο κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τις μπογιές και τα χαρτιά του και έβαλε όλο του το ταλέντο. Έδωσε τη ζωγραφιά στη μαμά του και εκείνη του έκανε τη μεγαλύτερη αγκαλιά! Το ουράνιο τόξο που της είχε φτιάξει κατάφερε να διώξει τα σύννεφα και να της φέρει αμέσως χαρά!
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη πως ο είναι δημιουργικός. Η μαμά του πήρε ένα καβαλέτο για να έχει το χώρο που χρειάζεται, ώστε με τους πίνακές του να κάνει τον κόσμο πάλι φωτεινό!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα έξυπνο παιδάκι, ο . Αυτό το καταλάβαινες από τις πρώτες κουβέντες που έλεγες μαζί του. Το ύφος του ήταν συνήθως σοβαρό και είχε πάντα μια απορία. Γιατί είναι γαλάζιος ο ουρανός, μπλε η θάλασσα, κίτρινος ο ήλιος και διάφορες άλλες. Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν η περιέργεια. Ρωτούσε συνεχώς γιατί πάμε εκεί, γιατί δεν πετάμε, πώς γίνεται να μη βλέπουμε τον αέρα; Όλο ρωτούσε. Όλο ήθελε να μαθαίνει. Αν και μικρούλης, είχε μεγάλες απορίες! Του άρεσε πολύ να φτιάχνει παζλ και επίσης, του άρεσαν τα επιτραπέζια παιχνίδια με λαβύρινθους. Παρατηρούσε λεπτομέρειες και μπορούσε να εντοπίζει τις διαφορές σε αντικείμενα με μεγάλη ευκολία. Η αγάπη του για το διάβασμα, όμως, τα ξεπερνούσε όλα!
Ένα πρωί, λοιπόν, ο πήγε βόλτα με τη μαμά στο μουσείο. Την εξόρμηση αυτήν την κανόνιζαν αρκετό καιρό τώρα και ο ήταν πολύ χαρούμενος. Θα συναντούσε όλα αυτά που ξεφύλλιζε στα βιβλία του, θα τα έβλεπε από κοντά και θα μάθαινε και άλλα! Πολλά περισσότερα.
Αφού μπήκαν στο μουσείο, η μαμά του είπε πως δεν πρέπει να κάνει φασαρία και πως δεν πρέπει να ακουμπάει τα αντικείμενα. Κατά τη διάρκεια της βόλτας στο χώρο του μουσείου, υπήρχε ένας κύριος, ο ξεναγός, που έδινε πολλές πληροφορίες για τα εκθέματα.
Ο ξεναγός θαύμασε πολύ τον μικρούλη γιατί ήξερε τα περισσότερα από αυτά που έλεγε! «Πρώτη φορά βλέπω ένα παιδάκι να ξέρει τόσα πολλά!». Καμιά φορά μάλιστα ο διαφωνούσε μαζί του και έλεγε μια δική του ιστορία. Για ό,τι και να τον ρωτούσε, είχε μια απάντηση. Και όταν η μαμά τον κρατούσε από το χέρι, εκείνος έλεγε «Τα καταφέρνω και μόνος μου!». Ήταν τόσο χαρούμενος που έβλεπε νέα πράγματα και αποκτούσε γνώση για διάφορα θέματα. Μαζί του είχε πάρει και το αγαπημένο του βιβλίο, που δεν άφησε καθόλου από τα χέρια του!
Αφού γύρισαν σπίτι, η μαμά του έδωσε ένα δωράκι. Μία λούτρινη κουκουβάγια, το σύμβολο της σοφίας, για να του θυμίζει τη μέρα εκείνη στο μουσείο! Να του θυμίζει πως διανοούμενος σημαίνει να αγαπάς τη γνώση και να μην την αφήνεις, όπως εκείνο το βιβλίο!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα δραστήριο παιδάκι, ο . Ήταν τόσο δραστήριος, μάλιστα, που δεν μπορούσε να κάθεται στο τραπεζάκι ζωγραφικής (μόνο καμιά φορά). Έτρεχε, έπαιζε, χόρευε, πήγαινε πάνω κάτω! Ήθελε να πηγαίνει συνέχεια βόλτες και για εξερεύνηση. Αχ! Πόσο του άρεσαν οι εξερευνήσεις! Συνήθως, έπαιρνε και το ποδηλατάκι του μαζί, αλλά και το περπάτημα του άρεσε, επίσης. Πολλές φορές περπατούσε και μέχρι το σχολείο, χεράκι-χεράκι με τη μαμά. Φυσικά, αυτό με το οποίο ήθελε συνέχεια να ασχολείται ήταν τα αθλήματα.
Είχε τόση αγάπη για τα παιχνίδια που μπορούσε να τρέχει και να βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση! Το παιχνίδι δεν τον κούραζε ποτέ! Όταν τον πετύχαινες πάνω στο παιχνίδι, η αγαπημένη του μπάλα ήταν εκεί, και αυτή μες στο παιχνίδι! Ένα ωραίο πρωινό, η δασκάλα κανόνισε μια εκδρομή για όλα τα παιδάκια στο πάρκο. Το μέρος εκεί είχε ένα καταπράσινο γρασίδι και τραπεζάκια για πικνίκ.
Ήταν τόσο μεγάλο, που το παιχνίδι δε θα σταματούσε ποτέ! Όλα τα παιδάκια ήταν χαρούμενα και ανυπομονούσαν μέχρι να φτάσουν! Αφού τοποθέτησαν όλα τα πράγματά τους σε μια μεριά για να είναι ασφαλή, μοιράστηκαν τις μπάλες, τους κώνους και τα σχοινάκια. Και η περιπέτεια ξεκίνησε. Άλλοι έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό, άλλοι μήλα και άλλοι παιχνίδια που μόλις σκέφτονταν!
Η δασκάλα κοιτούσε τα παιδάκια και έβλεπε πως τα προσωπάκια τους έλαμπαν από χαρά! Και αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Κάτι που είδε, όμως, της έδωσε μεγαλύτερη χαρά. Ο για αρκετή ώρα είχε καταλάβει πως ένας συμμαθητής του δε συμμετείχε και δεν έμπαινε στο παιχνίδι. Καθόταν μόνος του και δείλιαζε να μιλήσει με κάποιο άλλο παιδάκι! Έτσι, αποφάσισε να πάει και να του μιλήσει. Πλησίασε, λοιπόν, τον συμμαθητή του, του έδωσε το χεράκι του και ξεκίνησαν το παιχνίδι με την αγαπημένη του μπάλα. Αμέσως, ο συμμαθητής του χαμογέλασε και σταμάτησαν οι ντροπές. Οι δυο τους έπαιζαν για πολλή ώρα και έγιναν οι καλύτεροι φίλοι!
Στο τέλος της εκδρομής, η δασκάλα του είπε πως αυτό που έκανε ήταν πολύ όμορφο και πως η κίνησή του έκανε τον συμμαθητή του να αισθανθεί πολύ όμορφα! Η αγάπη για το παιχνίδι, του είπε, μπορεί να δημιουργήσει μία φιλία και μία μπάλα αρκεί για να δημιουργηθεί μια ανίκητη ομάδα!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα γλυκό παιδάκι, ο . Ήταν ένα αγοράκι που του άρεσε να διαφεύγει σε δικούς του, φανταστικούς κόσμους! Συνήθως, ταξίδευε σε άλλα μέρη, συναντούσε νέα πρόσωπα και οι σκέψεις του άλλαζαν συνεχώς. Του άρεσε να πετά στα σύννεφα και να γνωρίζει άλλα παιχνίδια, άλλους τρόπους ζωγραφικής, καινούρια τραγούδια! Ο χορός του ήταν μοναδικός και οι ιδέες του για πλαστελίνη δεν υπήρχαν! Οι σκέψεις του ξετρέλαιναν τη μαμά και ήθελε να ακούει συνεχώς τις ιστορίες του. «Και για πες μου, τι έγινε μόλις έφτασες στο νέο πλανήτη;» και ο δε σταματούσε να μιλάει!
Όπως και κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο, ο ξάπλωσε στο κρεβατάκι του να κοιμηθεί. Δίπλα του ήταν πάντα το φεγγάρι που φώτιζε και τον βοηθούσε να ονειρεύεται. Έτσι, κάθε φορά που η μαμά του έδινε ένα φιλί για καληνύχτα και άναβε το φωτιστικό του, οι σκέψεις του ξεκινούσαν. Να κάνει χαρούμενη την αγαπημένη του φίλη, να αποκτήσει ένα αδέσποτο σκυλάκι και να το αγαπήσει, να σώσει τον κόσμο! Την άλλη μέρα, ό,τι είχε σκεφτεί, ανυπομονούσε να το πραγματοποιήσει. Αχ! Είχε τόσα όνειρα και μια τόσο καλή ψυχή!
Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, το φεγγάρι του φώτισε ένα νέο μονοπάτι. Επιθυμία του ήταν να πει στη μαμά πόσο την αγαπάει και να το μάθουν όλοι! Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Δυσκολεύτηκε αρκετά. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν. Και τίποτα. Είχε, όμως, μια λαχτάρα που δε θα τον σταματούσε με τίποτα. Ενώ κοιτούσε το φεγγάρι στο δωμάτιό του, του ήρθε η ιδέα! Αν έφτανε στο πραγματικό φεγγάρι, θα μπορούσε να τον δουν και να τον ακούσουν όλοι να λέει στη μαμά του πόσο την αγαπάει. Θα ήταν τόσο ψηλά!
Την άλλη μέρα, ετοίμασε την τσάντα του και ανακοίνωσε στη μαμά τι απόφαση είχε πάρει. Εκείνη του χάρισε μια σφιχτή αγκαλιά και του είπε πως δε χρειάζεται να φτάσει μέχρι το φεγγάρι, γιατί εκείνη ξέρει πόσο την αγαπά. Όταν η αγάπη είναι αληθινή, πετάς ψηλά, ούτως ή άλλως!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα αστείο παιδάκι, ο . Το χιούμορ και τα αστεία του τον έκαναν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδάκια. Πάντα γελούσε και πάντα σε έκανε να γελάς. Συνέχεια σκαρφιζόταν κάτι αστείο για να περάσουν καλά οι άλλοι και δεν ήθελε να είναι κανείς λυπημένος. Καταλάβαινε τι είδους αστεία αρέσουν στον καθένα και αμέσως ετοίμαζε κάτι ξεχωριστό. Σε έκανε να περνάς όμορφα και να ξεχνάς κάθε τι άλλο. Το γλυκό του προσωπάκι γέμιζε με χαρά το χώρο και σίγουρα έκλεβε την παράσταση. Ο αστείος της παρέας. Για αυτό όλοι, μικροί, μεγάλοι, τον αγαπούσαν.
Ένα μεσημέρι, η μαμά ετοίμαζε το τραπέζι για να φάει ο και ο μικρός του αδερφός. Αυτή ήταν μία από τις πιο ωραίες στιγμές μέσα στη μέρα. Τα αδερφάκια έτρωγαν παρέα και μοιράζονταν ιστορίες με τη μαμά. Φυσικά, ο έκανε αστεία, τα οποία πρόσθεταν το γέλιο στο τραπέζι. Τους έλεγε τι έκανε στο σχολείο, πόσο έκανε τα παιδάκια να γελάσουν και πόσο χαρούμενος ήταν και ο ίδιος. Τους έλεγε πως έκανε σκετσάκια με τις μαριονέτες, πως φορούσε ένα μεγάλο, μυτερό καπέλο και έκανε το μάγο ή πως έκανε τον τροχονόμο. Μέχρι η μαμά να σερβίρει το φαγητό, ο πήρε τις χαρτοπετσέτες, έκανε δύο μάτια και έκανε τη νυχτερίδα. Ενώ το αλατοπίπερο έγινε το εργαλείο για την εξερεύνηση μιας υπόθεσης!
Αφού τα πιάτα έφτασαν γεμάτα στο τραπέζι και ήρθε η ώρα για να κάνει τις βουτιές του το πιρούνι, ο αδερφός του έσπρωξε το πιάτο του. Το μπρόκολο δεν του άρεσε και φαινόταν πως δε θα έτρωγε ούτε μπουκιά. Η μαμά στενοχωρήθηκε και ο ανέλαβε δράση. «Ξέρεις τι είναι πράσινο με σγουρά μαλλιά;». Ο μικρούλης απόρησε και ο είπε «Το μπρόκολο!». Τότε, άρχισαν τα γέλια κι ο μικρός του αδερφός φάνηκε να μην έχει πρόβλημα πια να φάει το αστείο του μπρόκολο. Η μαμά μάζεψε το τραπέζι και τα πιάτα που είχαν αδειάσει, μιας και τα αδερφάκια δεν είχαν αφήσει μπουκιά.
Μόλις ο μικρός κοιμήθηκε, ο έλαβε ένα φιλάκι από τη μαμά και ένα δώρο: ένα λούτρινο κουκλάκι-μπρόκολο! Του είπε πως τα αστεία του είναι σαν αυτό το μπρόκολο. Κάνουν τον άλλον να γελάει και ταυτόχρονα του κάνουν καλό!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα γλυκό παιδάκι, ο . Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν η γενναιοδωρία του. Του άρεσε πολύ να δίνει και να μοιράζεται τα πράγματά του. Θα έλεγε κανείς πως του άρεσε να δίνει χωρίς να περιμένει κάτι και εκείνος. Δεν ήθελε ανταλλάγματα και ό,τι έκανε, το έκανε επειδή το ήθελε πραγματικά! Τον ευχαριστούσε να κάνει τους άλλους χαρούμενους και να χαμογελούν. Δεν του άρεσε να παίζει μόνος του, γιατί ήθελε να έχει και κάποιο άλλο παιδάκι να μιλάει και να μοιράζουν τους ρόλους και τα παιχνίδια.
Ποτέ δεν είχε πει «Δικό μου» και πάντα αφιέρωνε πολύ χρόνο στους φίλους του! Ένα απόγευμα είχε έρθει σπίτι ο καλύτερός του φίλος να παίξουν. Πήγαν στο δωμάτιό του και ξεκίνησαν το ταξίδι. Το ταξίδι στη φαντασία! Για να ξεκινήσει η περιπέτεια, λοιπόν, μάζεψαν όλα τα παιχνίδια. Ο καθένας πήρε αυτό που του άρεσε περισσότερο και ανέλαβε να βγάλει πέρα μια αποστολή: θα έπρεπε να αλλάζουν το κάθε παιχνιδάκι που είχαν πάρει με ένα άλλο μετά από λίγο! Χαρούμενες φωνές, γέλια και τραγούδια ακούγονταν από το δωμάτιο. Αν τύχαινε να περάσει κανείς απ’ έξω, καταλάβαινε πως τα παιδάκια εκεί μέσα είναι πολύ ευτυχισμένα!
Ο καταλάβαινε πως ο φίλος του περνούσε καλά μαζί του και για αυτό δεν ήθελε να φύγει. Όμως, η ώρα πλησίαζε και θα ερχόταν η μαμά του να τον πάρει. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζαν την αποστολή τους. Και η ώρα για αλλαγή παιχνιδιού είχε έρθει. Ο φίλος του άφησε το αυτοκινητάκι και πήρε στην αγκαλιά του ένα σκαντζοχοιράκι, που κρατούσε μια φράουλα. Του άρεσε τόσο που δεν ήθελε να το αφήσει! Ο , χωρίς δεύτερη σκέψη, του είπε: «Μπορείς να κρατήσεις αυτό το σκαντζοχοιράκι, αν το θέλεις. Είναι δικό σου, πια!». Ο φίλος του χάρηκε τόσο και έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο!
Το βράδυ ο είπε στη μαμά πως, όπως το σκαντζοχοιράκι θέλει να δίνει τη φράουλα που κρατάει, έτσι και εκείνος θέλει να δίνει τα πράγματά του που αγαπούν οι φίλοι του! Η μαμά τον αγκάλιασε και του είπε πως είναι πολύ ευτυχισμένη, που έχει ένα τόσο καλό και γενναιόδωρο παιδάκι!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα ρομαντικό παιδάκι, η . Είχε ένα μεγάλο χαμόγελο, ενώ η αγκαλιά της χωρούσε όλη την αγάπη του κόσμου. Όχι μόνο του κόσμου που ζούσε αλλά και άλλων, σε άλλους πλανήτες. Όταν έπεφτε στο κρεβάτι της για να κοιμηθεί, τα όνειρά της ήταν πολύ-πολύ γλυκά, σαν καραμέλες. Ονειρευόταν πως φροντίζει τους φίλους της και πως δε θέλει κανείς να είναι λυπημένος. Αλλά αυτό που γέμιζε με τρούφα τα όνειρά της, ήταν η αγαπημένη της κόκκινη καρδούλα. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Ακόμα, είχαν βρει ένα μυστικό τραγούδι. Όταν γινόταν κάτι που έφερνε ένα μικρό συννεφάκι με βροχή στα μάτια της, τότε λέγανε τα λόγια και έβγαινε ο ήλιος πάλι. Πολύ γρήγορα.
Μια μέρα, επισκέφθηκε το κάστρο της ο καλύτερός της φίλος, που καμιά φορά, έβλεπε στον ύπνο της πως του χάριζε ένα λουλούδι! Της είχε υποσχεθεί πως θα πήγαινε να παίξουν και να ζωγραφίσουν. Έτσι, άδειασαν το καλάθι με τα παιχνίδια και τα μοιράστηκαν. Ο καθένας πήρε αυτό που ήθελε και η περιπέτεια ξεκίνησε! Μετά από πολλή ώρα, σταμάτησαν το παιχνίδι και τακτοποίησαν το δωμάτιο. Έκατσαν στο τραπεζάκι τους και άρχισαν να ζωγραφίζουν.
Έκαναν γκριμάτσες και έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό, ώσπου το σπίτι έγινε λούνα παρκ και γέμισε χρώμα από τα δυνατά τους γέλια. Εκεί, όμως, που σκάρωναν να κάνουν μια σκανταλιά, συνέβη κάτι που έφερε εκείνο το συννεφάκι βροχής στα μάτια του φίλου της. Ίδιο με το δικό της. Εκείνος χτύπησε το χεράκι του και η άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει για να διώξει το σύννεφο!
Τότε, ήταν που της ήρθε μια ιδέα! Άρχισε να τραγουδάει εκείνο το τραγουδάκι, με εκείνα τα λόγια που το κάνουν και φεύγει. Καθώς, λοιπόν, η έλεγε με ρυθμό: «Τα ζαχαρωτά που τρώω, μοιάζουν με σύννεφο. Και έτσι, τρώω αυτό το συννεφάκι και βάζω τα μπρατσάκια μου να κολυμπήσω στη βροχή του! Και αυτό εξαφανίζεται...», ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στο πρόσωπο του φίλου της, που ήδη είχε ξεχάσει πως χτύπησε και τραγουδούσε και εκείνος μαζί της.
Για να τον κάνει, όμως, για πάντα χαρούμενο και να μην ξανά έρθει ποτέ το συννεφάκι, εκείνη του χάρισε την αγαπημένη κόκκινη καρδούλα της! Η από τότε, ήταν πολύ χαρούμενη, γιατί ήξερε πως μπορεί να κάνει τους άλλους να ταξιδεύουν στη χώρα της Χαράς, χάρη στα λόγια και στις πράξεις της. Και είναι πάντα τόσο γλυκιά, όσο τα όνειρά της. Τόσο ρομαντική, όσο στα όνειρά μας!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα εφευρετικό παιδάκι, η . Ήταν ένα πολύ έξυπνο κοριτσάκι, που πάντα σκεφτόταν κάτι. Αυτό που σκεφτόταν ήταν πώς μπορεί να κάνει τη ζωή γύρω της πιο εύκολη. Και ένας ήταν ο τρόπος. Να βρίσκει, ή τώρα που το ξανασκέφτομαι να εφευρίσκει, κάθε φορά τον τρόπο που θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα που συναντούσε. Ποτέ της δε χαλούσε τίποτα. Μόνο έφτιαχνε. Τα παιχνίδια της τα πρόσεχε, και αν κάτι χαλούσε, το επιδιόρθωνε μόνη της. Για αυτό, δεν αποχωριζόταν ποτέ το βαλιτσάκι με τα εργαλεία της. Όπου και αν πήγαινε, αυτό ήταν μαζί της διαρκώς. Δεν ήξερε ποτέ, πότε θα χρειαστεί να εφεύρει κάτι.
Ένα απόγευμα, μπήκε στο εργαστήριο ο καλύτερός της φίλος που συνήθιζαν να παίζουν παρέα και να ανακαλύπτουν τον κόσμο. Είχε έρθει σπίτι της να βρουν τι είναι αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν καλύτερο. Έτσι, ξεκίνησαν να ψάχνουν και γύριζαν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ξαφνικά έξω έπιασε βροχή και μαζί έφτιαξαν ένα κρησφύγετο από κουβέρτες στο δωμάτιο.
Εκεί έφτιαξαν, επίσης, ένα πολύ ωραίο πάρκο με τα αγαπημένα τους παιχνίδια και δίπλα έβαλαν τη συλλογή τους με τα πιο σπάνια εργαλεία του κόσμου. Ευτυχώς, πριν τη βροχή, πρόλαβαν και μάζεψαν σε ένα μεγάλο κουτί διάφορα εξαρτήματα και κομμάτια από παλιά παιχνίδια, που ανακάλυψαν κάτω από τον καναπέ ή το κρεβάτι. Αυτά θα τα χρησιμοποιούσαν για τη μεγάλη μέρα! Που είχε πια φτάσει.
Και το σχέδιο να κάνουν τον κόσμο της μαμάς πιο ευχάριστο μπήκε σε εφαρμογή. Έβγαλαν τα χαρτιά τους και άρχισε να λέει ο καθένας τι είχε σκεφτεί. Η ρώτησε τον φίλο και βοηθό της: «Τι θα έκανε τη μαμά πολύ χαρούμενη;», αυτός κούνησε το κεφάλι του και σκεφτόταν έναν τρόπο. Τότε, η χαμογέλασε και είπε: «Το βρήκα!». Άνοιξε το βαλιτσάκι της, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, και άρχισε να επιλέγει τα εργαλεία που θα χρειαζόταν. Πήγε στο σαλόνι, έκανε κάποιες κινήσεις, πήγαινε πάνω κάτω και τελικά τα κατάφερε! Η μαμά βλέποντας τα αγαπημένα αρκουδάκια, τις καλύτερες εφευρέσεις, που σε κάνουν χαρούμενο, και όλα τα παιχνίδια της μαζεμένα σε ένα καλαθάκι, έτρεξε και αγκάλιασε την .
Από εκείνη τη μέρα, η ένιωθε πως η μαμά θα είναι χαρούμενη γιατί δε θα κουραστεί ποτέ ξανά μαζεύοντας τα πράγματά της, ενώ η μαμά ήταν ευχαριστημένη γιατί η έμαθε να τακτοποιεί τα παιχνίδια της! Από τότε η δε σταμάτησε να βρίσκει τρόπους να κάνει τον κόσμο διαφορετικό μέσα από τα δικά της μάτια. Σκέφτεται λύσεις και εκείνος γίνεται αμέσως πιο όμορφος. Ακόμα, και με μικρά πράγματα!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα θαρραλέο παιδάκι, η . Ήταν πολύ ήσυχη, συνήθως, και της άρεσε να προστατεύει την αδερφή της. Την αγαπούσε πολύ και ένιωθε ότι είναι η μόνη που ξέρει πώς να την προστατεύσει. Παίζανε μαζί, κάνανε ποδήλατο και τραγουδούσαν. Όταν έφτιαχναν ανθρωπάκια με πλαστελίνη εκείνη της έλεγε πόσο ωραία σχέδια έκανε και η αδερφή της την έπαιρνε αγκαλιά! Η μαμά ήταν πολύ χαρούμενη που έβλεπε τα αδερφάκια τόσο αγαπημένα. Ήξερε πως ό,τι και αν συμβεί, τα αδερφάκια θα ήταν πάντα αγαπημένα!
Το μόνο που φοβόταν η θαρραλέα ήταν το σκοτάδι. Ένα βράδυ, τα αδερφάκια έπαιζαν στο δωμάτιο και η μαμά με τον μπαμπά κάθονταν στο σαλόνι. Τα δυο τους έπαιζαν με τα αγαπημένα τους παιχνίδια και οι γονείς σχεδίαζαν την Κυριακάτικη εκδρομή με το αυτοκίνητο. Η είχε φτιάξει το δικό της κάστρο και ήταν η πιο γενναία, ενώ η αδερφή της έπαιζε με την αγαπημένη της κούκλα, με το κόκκινο φόρεμα και τις πλεξούδες στα μαλλιά.
Μόνο που της έλειπε το ένα παπουτσάκι. Μάλλον κάπου είχε πέσει και είχε χαθεί. Έτσι, αποφάσισαν να ψάξουν να το βρουν. Χωρίστηκαν και αποφάσισαν σε ποια δωμάτια θα ψάξει η καθεμία. Η μικρούλα θα έψαχνε στο σαλόνι και η στα υπνοδωμάτια, το δικό της και των γονιών τους. Έδωσαν ραντεβού να συναντηθούν στο διάδρομο. Η ήταν αποφασισμένη να βρει το παπουτσάκι της κούκλας.
Ήθελε να κάνει την αδερφή της χαρούμενη και θα έκανε τα πάντα! Έψαξε στο δωμάτιό της αλλά δε βρήκε τίποτα. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι, άδειασε τα καλάθια με τα παιχνίδια της, όμως, τίποτα. Δεν ήταν πουθενά. Ακόμα, κοίταξε και μες στην ντουλάπα, χωρίς αποτέλεσμα. Πηγαίνοντας στο δωμάτιο των γονιών τους, όμως, σταμάτησε.
Το φως ήταν σβησμένο και αυτή ήταν πολύ μικρούλα ακόμα για να φτάσει το διακόπτη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Φοβόταν το σκοτάδι και δεν ήθελε να μπει στο σκοτεινό δωμάτιο. Όμως, πήρε δύναμη και μπήκε. Στην αρχή, δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Κοίταζε γύρω γύρω με μεγάλη απορία για το τι θα συναντήσει. Ανησυχούσε. Κάποια στιγμή, νόμιζε πως είδε κάτι που έμοιαζε με ένα πολύ μεγάλο έντομο και λίγο μετά άκουσε ένα θόρυβο σαν κάποιος να σφυρίζει.
Σκέφτηκε να φύγει αλλά η σκέψη της αδερφής της τής έδωσε δύναμη! Το φως από το διάδρομο ήταν αρκετό για να καταλάβει πως το μεγάλο έντομο ήταν η κουρτίνα που κουνήθηκε και το σφύριγμα ήταν ο αέρας από το παράθυρο. Αρκετό, όμως, και για να βρει το παπουτσάκι της κούκλας! Το πήρε και έτρεξε να το δώσει στην αδερφή της. Εκείνη χάρηκε τόσο και της έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά.
Η μαμά είδε ότι η ξεπέρασε το φόβο της για χάρη της αδερφής της και της πήρε δώρο ένα λούτρινο δράκο. Της τον έδωσε και της είπε: «Αυτός ο δράκος να σου θυμίζει πως είσαι πιο δυνατή από τον καθένα και μπορείς να νικήσεις όλους σου τους φόβους, όπως το σκοτάδι. Σε αγαπώ!».
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα δημιουργικό παιδάκι, η . Ξεχώριζε από τα άλλα παιδάκια γιατί είχε συνέχεια μια ιδέα. Ποιο παιχνίδι θα παίξει, ποιο τραγουδάκι θα πει, τι χειροτεχνία ή ποιο πείραμα θα κάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα τι θα ζωγραφίσει. Θα έλεγες πως είχε ένα ταλέντο στη ζωγραφική από πολύ μικρή. Πάντα έβαζε τη δική της πινελιά σε ό,τι και αν έκανε. Ήταν φανερό πως έβλεπε τον κόσμο με τη δική της ματιά. Και στον κόσμο της βασίλευε η Τέχνη!
Ό,τι έβλεπε ήθελε να το αποτυπώνει στο χαρτί ή και ακόμα να κάνει τα δικά της σχέδια! Δίπλα της είχε πάντα μπογιές και ένα λευκό χαρτί για να φτιάχνει τους «πίνακές» της! Μάλιστα, είχε κάνει τόσους πολλούς που δε χωρούσαν σε μόνο ένα φάκελο και όσους περισσότερους έφτιαχνε, τόσο πιο καλή γινόταν! Η μεγαλύτερη έμπνευση και χαρά της, όμως, ήταν να φτιάχνει ζωγραφιές για τα πρόσωπα που αγαπά!
Ένα όμορφο και ηλιόλουστο πρωινό, η και η μαμά της πήγαν μια μεγάλη βόλτα. Ξύπνησαν, έφαγαν πρωινό παρέα και ετοιμάστηκαν για περπάτημα. Περπάτησαν μέχρι την παιδική χαρά και εκεί έκατσαν αρκετή ώρα. Έκαναν κούνια και τσουλήθρα. Και όλο γελούσαν. Αφού η γνωρίστηκε με άλλα παιδάκια και έκαναν τραμπάλα για πολλή ώρα, μετά συνέχισαν τη βόλτα με τη μαμά. Ο ήλιος τους κρατούσε συντροφιά σε όλη τη διαδρομή και τους χαμογελούσε από ψηλά. Ήταν εκεί ακόμα και όταν πήγαν να πάρουν φρέσκα φρούτα και λαχανικά από το μανάβη. Ο κύριος Νίκος είπε: «Ωραία μέρα για βόλτα!» και της τσίμπησε το μάγουλο.
Μόλις τέλειωσαν με τα φρούτα και τα λαχανικά, πήγαν και στο φούρνο να πάρουν ζεστό ψωμάκι. Η κυρία Ελένη τους έδωσε το ψωμάκι και είπε: «Ορίστε το ψωμάκι σου, . Ζεστό σαν αυτήν τη ζεστή μέρα με τον λαμπερό ήλιο!». Χαιρέτισαν την κυρία Ελένη και πήγαν στο σπίτι. Όμως, ο καιρός ξαφνικά χάλασε και ο ήλιος κρύφτηκε. Πριν προλάβει η μαμά να πει: «Πω, πω! Πού πήγε ο καλός μας ήλιος;» είχε ήδη αρχίσει να βρέχει. Τότε, η κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τις μπογιές και τα χαρτιά της και έβαλε όλο της το ταλέντο. Έδωσε τη ζωγραφιά στη μαμά της και εκείνη της έκανε τη μεγαλύτερη αγκαλιά! Το ουράνιο τόξο που της είχε φτιάξει κατάφερε να διώξει τα σύννεφα και να της φέρει αμέσως χαρά!
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη πως η είναι δημιουργική. Η μαμά της πήρε ένα καβαλέτο για να έχει το χώρο που χρειάζεται, ώστε με τους πίνακές της να κάνει τον κόσμο πάλι φωτεινό!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα έξυπνο παιδάκι, η . Αυτό το καταλάβαινες από τις πρώτες κουβέντες που έλεγες μαζί της. Το ύφος της ήταν συνήθως σοβαρό και είχε πάντα μια απορία. Γιατί είναι γαλάζιος ο ουρανός, μπλε η θάλασσα, κίτρινος ο ήλιος και διάφορες άλλες. Αυτό που την χαρακτήριζε ήταν η περιέργεια. Ρωτούσε συνεχώς γιατί πάμε εκεί, γιατί δεν πετάμε, πώς γίνεται να μη βλέπουμε τον αέρα; Όλο ρωτούσε. Όλο ήθελε να μαθαίνει. Αν και μικρούλα, είχε μεγάλες απορίες! Της άρεσε πολύ να φτιάχνει παζλ και επίσης, της άρεσαν τα επιτραπέζια παιχνίδια με λαβύρινθους. Παρατηρούσε λεπτομέρειες και μπορούσε να εντοπίζει τις διαφορές σε αντικείμενα με μεγάλη ευκολία. Η αγάπη της για το διάβασμα, όμως, τα ξεπερνούσε όλα!
Ένα πρωί, λοιπόν, η πήγε βόλτα με τη μαμά στο μουσείο. Την εξόρμηση αυτήν την κανόνιζαν αρκετό καιρό τώρα και η ήταν πολύ χαρούμενη. Θα συναντούσε όλα αυτά που ξεφύλλιζε στα βιβλία της, θα τα έβλεπε από κοντά και θα μάθαινε και άλλα! Πολλά περισσότερα.
Αφού μπήκαν στο μουσείο, η μαμά της είπε πως δεν πρέπει να κάνει φασαρία και πως δεν πρέπει να ακουμπάει τα αντικείμενα. Κατά τη διάρκεια της βόλτας στο χώρο του μουσείου, υπήρχε ένας κύριος, ο ξεναγός, που έδινε πολλές πληροφορίες για τα εκθέματα.
Ο ξεναγός θαύμασε πολύ το κοριτσάκι γιατί ήξερε τα περισσότερα από αυτά που έλεγε! «Πρώτη φορά βλέπω ένα τόσο μικρούλι ανθρωπάκι να ξέρει τόσα πολλά!». Καμιά φορά μάλιστα η διαφωνούσε μαζί του και έλεγε μια δική της ιστορία. Για ό,τι και να την ρωτούσε, είχε μια απάντηση. Και όταν η μαμά την κρατούσε από το χέρι, εκείνη έλεγε «Τα καταφέρνω και μόνη μου!». Ήταν τόσο χαρούμενη που έβλεπε νέα πράγματα και αποκτούσε γνώση για διάφορα θέματα. Μαζί της είχε πάρει και το αγαπημένο της βιβλίο, που δεν άφησε καθόλου από τα χέρια της!
Αφού γύρισαν σπίτι, η μαμά της έδωσε ένα δωράκι. Μία λούτρινη κουκουβάγια, το σύμβολο της σοφίας, για να της θυμίζει τη μέρα εκείνη στο μουσείο! Να της θυμίζει πως διανοούμενη σημαίνει να αγαπάς τη γνώση και να μην την αφήνεις, όπως εκείνο το βιβλίο!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα δραστήριο παιδάκι, η . Ήταν τόσο δραστήρια, μάλιστα, που δεν μπορούσε να κάθεται στο τραπεζάκι ζωγραφικής (μόνο καμιά φορά). Έτρεχε, έπαιζε, χόρευε, πήγαινε πάνω κάτω! Ήθελε να πηγαίνει συνέχεια βόλτες και για εξερεύνηση. Αχ! Πόσο της άρεσαν οι εξερευνήσεις! Συνήθως, έπαιρνε και το ποδηλατάκι της μαζί, αλλά και το περπάτημα της άρεσε, επίσης. Πολλές φορές περπατούσε και μέχρι το σχολείο, χεράκι-χεράκι με τη μαμά. Φυσικά, αυτό με το οποίο ήθελε συνέχεια να ασχολείται ήταν τα αθλήματα.
Είχε τόση αγάπη για τα παιχνίδια που μπορούσε να τρέχει και να βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση! Το παιχνίδι δεν την κούραζε ποτέ! Όταν την πετύχαινες πάνω στο παιχνίδι, η αγαπημένη της μπάλα ήταν εκεί, και αυτή μες στο παιχνίδι!
Ένα ωραίο πρωινό, η δασκάλα κανόνισε μια εκδρομή για όλα τα παιδάκια στο πάρκο. Το μέρος εκεί είχε ένα καταπράσινο γρασίδι και τραπεζάκια για πικνίκ.
Ήταν τόσο μεγάλο, που το παιχνίδι δε θα σταματούσε ποτέ! Όλα τα παιδάκια ήταν χαρούμενα και ανυπομονούσαν μέχρι να φτάσουν! Αφού τοποθέτησαν όλα τα πράγματά τους σε μια μεριά για να είναι ασφαλή, μοιράστηκαν τις μπάλες, τους κώνους και τα σχοινάκια. Και η περιπέτεια ξεκίνησε. Άλλοι έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό, άλλοι μήλα και άλλοι παιχνίδια που μόλις σκέφτονταν!
Η δασκάλα κοιτούσε τα παιδάκια και έβλεπε πως τα προσωπάκια τους έλαμπαν από χαρά! Και αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Κάτι που είδε, όμως, της έδωσε μεγαλύτερη χαρά. Η για αρκετή ώρα είχε καταλάβει πως ένας συμμαθητής της δε συμμετείχε και δεν έμπαινε στο παιχνίδι. Καθόταν μόνος του και δείλιαζε να μιλήσει με κάποιο άλλο παιδάκι! Έτσι, αποφάσισε να πάει και να του μιλήσει. Πλησίασε, λοιπόν, τον συμμαθητή της, του έδωσε το χεράκι της και ξεκίνησαν το παιχνίδι με την αγαπημένη της μπάλα. Αμέσως, ο συμμαθητής της χαμογέλασε και σταμάτησαν οι ντροπές. Οι δυο τους έπαιζαν για πολλή ώρα και έγιναν οι καλύτεροι φίλοι!
Στο τέλος της εκδρομής, η δασκάλα είπε στην πως αυτό που έκανε ήταν πολύ όμορφο και πως η κίνησή της έκανε τον συμμαθητή της να αισθανθεί πολύ όμορφα! Η αγάπη για το παιχνίδι, της είπε, μπορεί να δημιουργήσει μία φιλία και μία μπάλα αρκεί για να δημιουργηθεί μια ανίκητη ομάδα!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα γλυκό παιδάκι, η . Ήταν ένα κοριτσάκι που της άρεσε να διαφεύγει σε δικούς της, φανταστικούς κόσμους! Συνήθως, ταξίδευε σε άλλα μέρη, συναντούσε νέα πρόσωπα και οι σκέψεις της άλλαζαν συνεχώς. Της άρεσε να πετά στα σύννεφα και να γνωρίζει άλλα παιχνίδια, άλλους τρόπους ζωγραφικής, καινούρια τραγούδια! Ο χορός της ήταν μοναδικός και οι ιδέες της για πλαστελίνη δεν υπήρχαν! Οι σκέψεις της ξετρέλεναν τη μαμά και ήθελε να ακούει συνεχώς τις ιστορίες της. «Και για πες μου, , τι έγινε μόλις έφτασες στο νέο πλανήτη;» και η δε σταματούσε να μιλάει!
Όπως και κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο, η ξάπλωσε στο κρεβατάκι της να κοιμηθεί. Δίπλα της ήταν πάντα το φεγγάρι που φώτιζε και την βοηθούσε να ονειρεύεται. Έτσι, κάθε φορά που η μαμά της έδινε ένα φιλί για καληνύχτα και άναβε το φωτιστικό της, οι σκέψεις της ξεκινούσαν. Να κάνει χαρούμενη την αγαπημένη της φίλη, να αποκτήσει ένα αδέσποτο σκυλάκι και να το αγαπήσει, να σώσει τον κόσμο! Την άλλη μέρα, ό,τι είχε σκεφτεί, ανυπομονούσε να το πραγματοποιήσει. Αχ! Είχε τόσα όνειρα και μια τόσο καλή ψυχή!
Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, το φεγγάρι της φώτισε ένα νέο μονοπάτι. Επιθυμία της ήταν να πει στη μαμά πόσο την αγαπάει και να το μάθουν όλοι! Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Δυσκολεύτηκε αρκετά. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν. Και τίποτα. Είχε, όμως, μια λαχτάρα που δε θα την σταματούσε με τίποτα. Ενώ κοιτούσε το φεγγάρι στο δωμάτιό της, της ήρθε η ιδέα! Αν έφτανε στο πραγματικό φεγγάρι, θα μπορούσε να την δουν και να την ακούσουν όλοι να λέει στη μαμά της πόσο την αγαπάει. Θα ήταν τόσο ψηλά!
Την άλλη μέρα, ετοίμασε την τσάντα της και ανακοίνωσε στη μαμά τι απόφαση είχε πάρει. Εκείνη της χάρισε μια σφιχτή αγκαλιά και της είπε πως δε χρειάζεται να φτάσει μέχρι το φεγγάρι, γιατί εκείνη ξέρει πόσο την αγαπά. Όταν η αγάπη είναι αληθινή, πετάς ψηλά, ούτως ή άλλως!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα αστείο παιδάκι, η . Το χιούμορ και τα αστεία της την έκαναν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδάκια. Πάντα γελούσε και πάντα σε έκανε να γελάς. Συνέχεια σκαρφιζόταν κάτι αστείο για να περάσουν καλά οι άλλοι και δεν ήθελε να είναι κανείς λυπημένος. Καταλάβαινε τι είδους αστεία αρέσουν στον καθένα και αμέσως ετοίμαζε κάτι ξεχωριστό. Σε έκανε να περνάς όμορφα και να ξεχνάς κάθε τι άλλο. Το γλυκό της προσωπάκι γέμιζε με χαρά το χώρο και σίγουρα έκλεβε την παράσταση. Η αστεία της παρέας. Για αυτό όλοι, μικροί, μεγάλοι, την αγαπούσαν.
Ένα μεσημέρι, η μαμά ετοίμαζε το τραπέζι για να φάει η και ο μικρός της αδερφός. Αυτή ήταν μία από τις πιο ωραίες στιγμές μέσα στη μέρα. Τα αδερφάκια έτρωγαν παρέα και μοιράζονταν ιστορίες με τη μαμά. Φυσικά, η έκανε αστεία, τα οποία πρόσθεταν το γέλιο στο τραπέζι. Τους έλεγε τι έκανε στο σχολείο, πόσο έκανε τα παιδάκια να γελάσουν και πόσο χαρούμενη ήταν και η ίδια.
Τους έλεγε πως έκανε σκετσάκια με τις μαριονέτες, πως φορούσε ένα μεγάλο, μυτερό καπέλο και έκανε το μάγο. Μέχρι η μαμά να σερβίρει το φαγητό, η πήρε τις χαρτοπετσέτες, έκανε δύο μάτια και έκανε τη νυχτερίδα. Ενώ το αλατοπίπερο έγινε το εργαλείο για την εξερεύνηση μιας υπόθεσης!
Αφού τα πιάτα έφτασαν γεμάτα στο τραπέζι και ήρθε η ώρα για να κάνει τις βουτιές του το πιρούνι, ο αδερφός της έσπρωξε το πιάτο του. Το μπρόκολο δεν του άρεσε και φαινόταν πως δε θα έτρωγε ούτε μπουκιά. Η μαμά στενοχωρήθηκε και η ανέλαβε δράση, λέγοντας στο μικρός της αδερφό: «Ξέρεις τι είναι πράσινο με σγουρά μαλλιά;». Ο μικρούλης απόρησε και η είπε «Το μπρόκολο!».
Τότε, άρχισαν τα γέλια κι ο αδερφός της φάνηκε να μην έχει πρόβλημα πια να φάει το αστείο του μπρόκολο. Η μαμά μάζεψε το τραπέζι και τα πιάτα που είχαν αδειάσει, μιας και τα αδερφάκια δεν είχαν αφήσει μπουκιά.
Μόλις ο μικρός κοιμήθηκε, η έλαβε ένα φιλάκι από τη μαμά και ένα δώρο: ένα λούτρινο κουκλάκι-μπρόκολο! Της είπε πως τα αστεία της είναι σαν αυτό το μπρόκολο. Κάνουν τον άλλον να γελάει και ταυτόχρονα του κάνουν καλό!
άποτε, σε μια χώρα πολύ κοντινή, ζούσε ένα γλυκό παιδάκι, η . Αυτό που την χαρακτήριζε ήταν η γενναιοδωρία της. Της άρεσε πολύ να δίνει και να μοιράζεται τα πράγματά της. Θα έλεγε κανείς πως της άρεσε να δίνει χωρίς να περιμένει κάτι και εκείνη. Δεν ήθελε ανταλλάγματα και ό,τι έκανε, το έκανε επειδή το ήθελε πραγματικά! Την ευχαριστούσε να κάνει τους άλλους χαρούμενους και να χαμογελούν. Δεν της άρεσε να παίζει μόνη της, γιατί ήθελε να έχει και κάποιο άλλο παιδάκι να μιλάει και να μοιράζουν τους ρόλους και τα παιχνίδια.
Ποτέ δεν είχε πει «Δικό μου» και πάντα αφιέρωνε πολύ χρόνο στους φίλους της! Ένα απόγευμα είχε έρθει σπίτι ο καλύτερός της φίλος να παίξουν. Πήγαν στο δωμάτιό της και ξεκίνησαν το ταξίδι. Το ταξίδι στη φαντασία! Για να ξεκινήσει η περιπέτεια, λοιπόν, μάζεψαν όλα τα παιχνίδια. Ο καθένας πήρε αυτό που του άρεσε περισσότερο και ανέλαβε να βγάλει πέρα μια αποστολή: θα έπρεπε να αλλάζουν το κάθε παιχνιδάκι που είχαν πάρει με ένα άλλο μετά από λίγο! Χαρούμενες φωνές, γέλια και τραγούδια ακούγονταν από το δωμάτιο. Αν τύχαινε να περάσει κανείς απ’ έξω, καταλάβαινε πως τα παιδάκια εκεί μέσα είναι πολύ ευτυχισμένα!
Η καταλάβαινε πως ο φίλος της περνούσε καλά μαζί της και για αυτό δεν ήθελε να φύγει. Όμως, η ώρα πλησίαζε και θα ερχόταν η μαμά του να τον πάρει. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζαν την αποστολή τους. Και η ώρα για αλλαγή παιχνιδιού είχε έρθει. Ο φίλος της ς άφησε το αυτοκινητάκι και πήρε στην αγκαλιά του ένα σκαντζοχοιράκι, που κρατούσε μια φράουλα. Του άρεσε τόσο που δεν ήθελε να το αφήσει! Η , χωρίς δεύτερη σκέψη, του είπε: «Μπορείς να κρατήσεις αυτό το σκαντζοχοιράκι, αν το θέλεις. Είναι δικό σου, πια!». Ο φίλος της χάρηκε τόσο και έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο!
Το βράδυ η είπε στη μαμά πως, όπως το σκαντζοχοιράκι θέλει να δίνει τη φράουλα που κρατάει, έτσι και εκείνη θέλει να δίνει τα πράγματά της που αγαπούν οι φίλοι της! Η μαμά την αγκάλιασε και της είπε πως είναι πολύ ευτυχισμένη, που έχει ένα τόσο καλό και γενναιόδωρο παιδάκι!


Στην IKEA, ξέρουμε ότι το περιβάλλον παίζει μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών.
Γι’ αυτό και προσπαθούμε να κάνουμε τον κόσμο τους παραμυθένιο με τη δράση «Σταθμοί Χαράς»!

Μάθε περισσότερα εδώ